ἀλφηστής

ἀλφηστής, -ου
Grammatical information: m.
Meaning: `grain-eating' (Od.)
Dialectal forms: Dor. ἀλφηστᾱ́ς a fish `Labrus cinaedus' (Epich.); also calles κίναιδος, cf. Strömberg Fischnamen 56; also Thompson, Fishes.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Clearly from ἄλφι, in opposition to ὠμηστής, plus *h₁ed- `eat', in the expression ἀνέρες ἀλφησταί. In antiquity, strangely enough, not understood, cf. ἀλφηστῃ̃σι τοῖς εὑρετικοῖς καὶ συνετοῖς H., which is mostly (correctly?) rendered by `enterprising' and derived from ἀλφάνω (which seems also doubtful; the gloss rather means `intelligent', and does not refer to ἀλφάνω). The -ι- lost for metrical reasons, Fraenkel Nom. ag. 1, 38.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αλφηστής — ἀλφηστής, ο (Α) (Μ και ἀλφηστήρ, ῆρος) 1. αυτός που συντηρείται, που αποζεί από την εργασία του, εργατικός, δραστήριος 2. είδος ψαριών που κολυμπούν κατά ζεύγη 3. φρ. «ἑκὰς ἀνδρῶν ἀλφηστάων», για τους Φαίακες. [ΕΤΥΜΟΛ. Ποιητική λ. γνωστή ήδη από… …   Dictionary of Greek

  • ἀλφηστής — earners masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφησταῖς — ἀλφηστής earners masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφησταῖσιν — ἀλφηστής earners masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφησταί — ἀλφηστής earners masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφηστᾶν — ἀλφηστής earners masc gen pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφηστῇσι — ἀλφηστής earners masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφηστῇσιν — ἀλφηστής earners masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφηστήν — ἀλφηστής earners masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφηστῶν — ἀλφηστής earners masc gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλφηστικός — ἀλφηστικός, ο (Α) [ἀλφηστής] 1. ο αλφηστής 2. ο ένας πίσω από τον άλλον (όπως οι ἀλφησταὶ ἰχθύες) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.